Τα άτομα με μεταιχμιακή διαταραχή προσωπικότητας (ΜΔΠ) βρίσκονται σε συνεχή αναζήτηση ψυχιατρικής φροντίδας (Coid, 2003). Οι Kaplan et al. (1994) αναφέρουν ότι η ΜΔΠ αντιπροσωπεύει το 15-25% του συνόλου των αναφερόμενων ψυχιατρικών περιστατικών και επιδημιολογικές μελέτες στο Ηνωμένο Βασίλειο εκτιμούν ότι τα άτομα με ΜΔΠ αριθμούν πάνω από το 11% των εξωτερικών ασθενών (Linehan et al., 1991), ενώ υπολογίζονται σε 36-67% των νοσηλευομένων σε ψυχιατρικές κλινικές (NIMHE, 2003). Τα ποσοστά θνησιμότητας είναι ανησυχητικά υψηλά: εκτιμάται ότι αφορούν το 10% των αυτοκτονιών λόγω ψυχιατρικού προβλήματος (Soloff & Chiappetta, 2012˙ Paris, 1993˙ Stone, 1990), ενώ σύμφωνα με τα αποτελέσματα μιας έρευνας (Soloff et al., 2000) πάνω από 70% των ατόμων με ΜΔΠ επιχείρησαν να αυτοκτονήσουν.

Μολονότι τα άτομα με ΜΔΠ αναδεικνύονται σε σημαντικούς και συστηματικούς λήπτες υπηρεσιών ψυχικής υγείας, δεν υπάρχει ίσως καμία άλλη ομάδα ασθενών στην ψυχιατρική που να συνδέεται περισσότερο με στερεότυπα, προκαταλήψεις και στιγματισμό (Nehls, 2000). Τόσο ατομικά όσο και συλλογικά (ως ομάδα ασθενών) τα άτομα με ΜΔΠ χαρακτηρίζονται από τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας (ΕΨΥ) ως «μη συμμορφούμενοι», «δύσκολοι», «συγκρουσιακοί», «χειριστικοί», κλπ. (Bonnington & Rose, 2014˙ Scambler & Paoli, 2008˙ NIMHE, 2003˙ Nehls, 1998). Αναμφισβήτητα, τέτοιου είδους απόψεις, οι οποίες κινούνται στη λογική της υπαιτιότητας-ενοχής (logic of culpability, βλ. Scambler & Paoli, 2008), επηρεάζουν αρνητικά την παροχή ποιοτικών υπηρεσιών ψυχικής υγείας και φροντίδας και δημιουργούν εμπόδια στην πρόσβαση των ατόμων με ΜΔΠ στις δομές ψυχικής υγείας.

Πραγματοποιώντας μια εκτενή επισκόπηση της βιβλιογραφίας –τόσο στον ελλαδικό όσο και στο διεθνή χώρο– διαπιστώσαμε ότι υπάρχουν στη διάθεσή μας πολύ λίγα ερευνητικά στοιχεία για αυτή τη διαγνωστική ομάδα από την ψυχοκοινωνική σκοπιά. Η υπάρχουσα βιβλιογραφία επικεντρώνεται στην κλινική αιτιολογία, στα χαρακτηριστικά της διαταραχής και στη θεραπεία. Γενικότερα, η κοινωνική έρευνα στην ψυχιατρική έχει ασχοληθεί περισσότερο με τη σχιζοφρένεια και την κατάθλιψη και τις περισσότερες φορές πρόκειται για αποκλειστικά ποσοτικές μελέτες (Bonnington & Rose, 2014). Ελάχιστες έρευνες έχουν εστιάσει στις ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις της ασθένειας, στις κοινωνικές αναπαραστάσεις και στις στάσεις τόσο των ειδικών όσο και των μη επιστημόνων, στο στίγμα και στο πώς το βιώνουν-διαχειρίζονται τα ίδια τα άτομα με ΜΔΠ.

Το παρόν ερευνητικό πρόγραμμα φιλοδοξεί να εξετάσει τα παραπάνω ζητήματα και να εμπλουτίσει με νέα δεδομένα την κοινωνική έρευνα στο χώρο της ψυχιατρικής, με στόχο την καλύτερη κατανόηση των ψυχοκοινωνικών αναγκών των ατόμων με ΜΔΠ και την παροχή ποιοτικότερων και αποτελεσματικότερων υπηρεσιών υγείας μέσα από ένα πρόγραμμα που περιλαμβάνει ερευνητικές, εκπαιδευτικές και επικοινωνιακές δράσεις. Βασικός σκοπός της έρευνας είναι η μελέτη των εμπειριών τόσο των ατόμων με ΜΔΠ όσο και των επαγγελματιών ψυχικής υγείας, οι οποίες θα οδηγήσουν στη δημιουργία ενός συμπεριληπτικού μοντέλου κλινικής παρέμβασης, διευκολύνοντας την πρόσβαση στις ΥΨΥ και βελτιώνοντας την αποτελεσματικότητα των θεραπειών.

Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων