Παρ’ όλο που η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας τονίζει μέσω των οδηγιών της ότι οι ασθενείς βρίσκονται στο επίκεντρο των υπηρεσιών υγείας, τις περισσότερες φορές τα ίδια τα άτομα με ΜΔΠ νιώθουν ότι δεν εισακούεται ο λόγος τους (Holey & Mendosa, 2016). Σύμφωνα με ερευνητικά στοιχεία, η φαινομενολογία της ασθένειας από την οπτική των ασθενών σπάνια χρησιμοποιείται για τη δημιουργία κατευθυντήριων οδηγιών (guideline) ή την ανάπτυξη θεραπευτικών προγραμμάτων (Black et al., 2011). Ωστόσο, κρίνεται θεμελιώδης για να κατανοήσουμε τα βιώματα των ασθενών στον αληθινό κόσμο (real world experiences) και να σχεδιάσουμε υπηρεσίες βάσει των αναγκών τους (Svenaeus, 2000). Η κατανόηση των συναισθημάτων του ασθενούς βοηθάει τον κλινικό να αναγνωρίσει τα συμπτώματα που υπόκεινται σε θεραπευτική αλλαγή (Gunderson, 2009). Για παράδειγμα, η έρευνα των Black et al. (2011) αποσαφηνίζει τον ιδιαίτερο ρόλο της αναπαράστασης του αίματος για την αποτελεσματική θεραπευτική αντιμετώπιση των αυτοακρωτηριασμών, πρακτική που προκαλεί στους/στις νοσηλευτές/τριες φόβο και θυμό (Bonnington & Rose, 2014), επηρεάζοντας την ποιότητα της παρεχόμενης φροντίδας.

Η διαθέσιμη βιβλιογραφία πάνω στις βιωματικές εμπειρίες (lived experiences) τονίζει ότι τα περισσότερα άτομα με ΜΔΠ εκλαμβάνουν τη συμπεριφορά των επαγγελματιών ψυχικής υγείας ως αρνητική (Castillo, 2000, 2001, 2003, Fallon, 2003, Nehls, 1999). Το εύρημα αυτό γίνεται περισσότερο ανησυχητικό όταν επιβεβαιώνεται από τους ίδιους τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας. Σε σχετικές μελέτες, οι στάσεις των νοσηλευτών/τριών απέναντι στα άτομα με ΜΔΠ χαρακτηρίζονται από «αδιαφορία» (Fraser & Gallop, 1993), «απόρριψη», «στιγματισμό» (Veysey, 2014˙ Markham, 2003), «έλλειψη ενσυναίσθησης» (Castillo, 2001˙ Markham & Trower, 2003), «θυμό», «ματαίωση» (Gallop et al., 1989), ακόμα και «εχθρότητα» (Castillo, 2000). Τα άτομα με ΜΔΠ εξέφρασαν την άποψη ότι οι αρνητικές στάσεις των επαγγελματιών ψυχικής υγείας έχουν αντίκτυπο στην ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών φροντίδας (Nehls, 1999) και δήλωσαν ότι οι ανάγκες τους δεν ελήφθησαν υπόψη από το προσωπικό κατά τη νοσηλεία τους (Rogers & Dunne, 2011). Ένα δυσάρεστο βίωμα που αναφέρεται συχνά στις αφηγήσεις των ατόμων με ΜΔΠ είναι η απόδοση από τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας της ταμπέλας του ατόμου που «επιδιώκει συνεχώς την προσοχή» και «είναι χειριστικό» (Deans & Meocevic, 2006˙ Castillo, 2000). Αυτή η στάση υπονοεί ότι το άτομο δεν αξίζει την προσοχή, είναι απορριπτική και δημιουργεί στον ασθενή ένα αίσθημα αναξιότητας για φροντίδα (Rogers & Dunne, 2011, Fallon, 2003). Συγκεκριμένα, ο Fallon (2003) κατέγραψε ότι τα άτομα με ΜΔΠ πίστευαν ότι «δεν άξιζαν ένα νοσοκομειακό κρεβάτι» και η πεποίθησή τους αυτή επηρέαζε την απόφασή τους για νοσηλεία.

Στην έρευνα που διεξήγαγε η Nehls (1998) διαπίστωσε ότι τα άτομα με ΜΔΠ δυσκολεύονται να ζητήσουν βοήθεια από τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας, καθώς οποιαδήποτε φροντίδα παρέχεται από το ιατρονοσηλευτικό προσωπικό γίνεται αντιληπτή ως «καθήκον» και όχι ως «ενδιαφέρον». Έτσι, τα άτομα με ΜΔΠ καταφεύγουν στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας μετά την εκδήλωση της κρίσης και όχι πριν (προληπτικά). Οι αρνητικές αυτές στάσεις δημιουργούν στα άτομα με ΜΔΠ περισσότερο άγχος, το οποίο εκλαμβάνεται από τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας ως αντιδραστική συμπεριφορά. Η ερμηνεία αυτή οδηγεί σε ακόμα πιο αρνητικές συμπεριφορές από την πλευρά των επαγγελματιών ψυχικής υγείας, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο (Campling, 1996).

Σύμφωνα με ερευνητικά δεδομένα, οι αρνητικές στάσεις των νοσηλευτών/τριών απέναντι στα άτομα με ΜΔΠ μπορούν να αποδοθούν σε τρεις παράγοντες-πεποιθήσεις: α) έλεγχος των παρορμήσεων, β) μη δυνατότητα θεραπείας, και γ) υψηλή επικινδυνότητα. Οι Markham & Trower (2003) παρατήρησαν ότι οι νοσηλευτές/τριες θεωρούν ότι τα άτομα με ΜΔΠ είναι σε θέση να ελέγχουν τις παρορμήσεις τους και συνεπώς οι αντιδράσεις τους αποδίδονται σε κακή συμπεριφορά, η οποία δημιουργεί θυμό και έλλειψη συμπάθειας από την πλευρά του νοσηλευτικού προσωπικού. Επίσης, οι ίδιοι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι νοσηλευτές/τριες που εργάζονταν με  άτομα με ΜΔΠ ήταν πεσιμιστές/στριες ως προς τη δυνατότητα θεραπείας της ΜΔΠ. Τα αποτελέσματα αυτά επιβεβαιώνονται και από άλλες έρευνες (βλ. Castillo, 2003˙ Markham, 2003). Μάλιστα, το νοσηλευτικό προσωπικό ήταν περισσότερο αισιόδοξο για τη βελτίωση της ψυχικής υγείας των ατόμων με σχιζοφρένεια σε σύγκριση με τα άτομα με ΜΔΠ. Ένας άλλος παράγοντας που παρεμβαίνει στη διαμόρφωση των στάσεων των νοσηλευτών/τριών απέναντι στα άτομα με ΜΔΠ είναι η αντίληψη της επικινδυνότητας. Η έρευνα του Markham (2003) καταδεικνύει ότι οι νοσηλευτές/τριες προβαίνουν σε σύνδεση της ΜΔΠ με υψηλό βαθμό επικινδυνότητας. Ωστόσο, ο πυρήνας αυτών των αναπαραστάσεων δεν έχει διερευνηθεί και παραμένει ασαφής.

Όσον αφορά στο ιατρικό προσωπικό, μια έρευνα καταδεικνύει ότι «οι ψυχίατροι ανέφεραν τη διάγνωση της ΜΔΠ έως και τέσσερις φορές περισσότερο συχνά από κάθε άλλη διάγνωση, όταν ερωτήθηκαν σχετικά με τα χαρακτηριστικά των δύσκολων ασθενών» (Koekkoek et al., 2006: 797). Άλλες έρευνες υπέδειξαν ότι σχεδόν όλοι οι «δύσκολοι» ασθενείς έχουν διαγνωστεί με ΜΔΠ (Koekkoek et al., 2006, Fiore, 1988, Schwartz & Goldfinger, 1981). Διαχρονικές μελέτες υπογραμμίζουν ότι οι ψυχίατροι συνεχίζουν να θεωρούν τα άτομα με ΜΔΠ περισσότερο δύσκολους από κάθε άλλη κατηγορία ασθενών, περιλαμβανομένων και εκείνων με διάγνωση σχιζοφρένειας (Sulzer, 2015˙ Treloar, 2009˙ Gallop et al., 1989).

Σε έρευνα με αντικείμενο τη μελέτη των εμπειριών των ασθενών με διαταραχή προσωπικότητας (μεταξύ των οποίων και με ΜΔΠ) αναφορικά με τη διάγνωση και τη νοσηλεία (Rogers & Dunne, 2011), οι συμμετέχοντες δήλωσαν ότι ένιωθαν αδύναμοι μπροστά στην απόφαση για νοσηλεία κατόπιν υπόδειξης του ψυχιάτρου και χαρακτήριζαν τη  σχέση ιατρού – ασθενούς ως εξουσιαστική. Επίσης, εξέφρασαν αρνητικές εμπειρίες κατά τη διάρκεια της νοσηλείας που συνδέονταν με τη συμπεριφορά του προσωπικού, αλλά και τις συνθήκες νοσηλείας, και υποστήριξαν ότι δεν είχαν υποστήριξη μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο. Η αίσθηση της «αδυναμίας» (powerlessness) όσον αφορά την επιρροή των ατόμων με ΜΔΠ στη θεραπεία ή στη νοσηλεία, ως συνέπεια της έντονης ασυμμετρίας που παρατηρείται στους ρόλους ιατρού/νοσηλευτή – ασθενούς, επισημαίνεται και από τους Bonnington & Rose (2014), οι οποίοι μελέτησαν το στίγμα που συνδέεται με τη ΜΔΠ.

Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων